καταυγασμός


καταυγασμός
Προφορά

Ετυμολογία
καταυγασμός μεταγενέστερη ελληνική καταυγασμός

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο καταυγασμός

✦ άπλετος, λαμπρός φωτισμός: πόθοι καταυγασμού ασημώσαν τ’ άστρα (Κ. Βελμύρας)

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.