αβακοειδής

Λέξηαβακοειδής Ετυμολογία[<αρχ. ψυχή < ψύχω (= φυσώ)]Ερμηνεία(ουσιαστικό θηλυκού γένους)✤ η άυλη ουσία που ενωμένη με το σώμα, αποτελεί το κύριο στοιχείο και την αιτία της ζωής, η ζωτική πνοή✤ (φιλοσ.) Continue Reading →

αβακοειδής

Λέξηαβακοειδής Ετυμολογία[<αρχ. ψυχή < ψύχω (= φυσώ)]Ερμηνεία(ουσιαστικό θηλυκού γένους)✤ η άυλη ουσία που ενωμένη με το σώμα, αποτελεί το κύριο στοιχείο και την αιτία της ζωής, η ζωτική πνοή✤ (φιλοσ.) Continue Reading →