γαμώ


γαμώ
Προφορά

Ετυμολογία
γαμώ αρχαία ελληνική γαμέω -ῶ (= νυμφεύομαι)

Ερμηνεία
γαμώ

✦ -άς, -ά κ. -είς, -εί ρ. συνουσιάζομαι (με ενεργ. σημασία)

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.