
γάνα
Προφορά
Ετυμολογία
γάνα γανώνω
Ερμηνεία
ουσιαστικό
└θηλυκό┘ η γάνα
✦ λευκό επίχρισμα στη γλώσσα, από δυσπεψία
✦ πράσινη σκουριά σε χαλκώματα
✦ μαυράδι από ασβόλη
✦ (μτφ. ) ντρόπιασμα, στη φρ. πομπή και γάνα
Συνώνυμα
–
Αντίθετα
–
Επιρρήματα
–