ωρυγή


ωρυγή
Προφορά

Ετυμολογία
ωρυγή μεταγενέστερη ελληνική ὠρυγή

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η ωρυγή

✦ άγρια φωνή ζώου
✦ (κ. μτφ.): ωρυγή του ανέμου (Κ. Καρυωτάκης)

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.