φάση


φάση
Προφορά

Ετυμολογία
φάση αρχαία ελληνική φάσις

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η φάση

✦ καθεμιά από τις όψεις, από τις μορφές με τις οποίες παρουσιάζεται ένα πράγμα ή μια υπόθεση, μια διαδικασία στην εξέλιξή της: οι διαπραγματεύσεις μπήκαν σε κρίσιμη φάση
✦ ορισμένη περίοδος κατά τη διαδικασία αλλαγής, ανάπτυξης ή εξέλιξης κάποιου ή κάτι, στάδιο: η εφηβεία είναι μια κρίσιμη φάση στην ανάπτυξη του ανθρώπου
✦ (οικον.) καθένα από τα διαδοχικά στάδια στη διαδικασία της παραγωγής ενός προϊόντος: φάση τυποποίησης
✦ (φυσ. -ηλεκτρ.) η γωνία που, κάθε φορά, καθορίζει την τιμή ενός εναλλασσόμενου ημιτονοειδούς μεγέθους
✦ (αστρον.) τα διάφορα σχήματα ή μορφές υπό τις οποίες παρουσιάζεται προς τη γη το φωτιζόμενο από τον ήλιο τμήμα ουράνιου σώματος: η αλλαγή των φάσεων του φεγγαριού (Γ. Σεφέρης)
✦ (φυσ.) καθορισμένη φυσικώς και ομογενής μορφή ουσίας που χαρακτηρίζεται από τη σύνθεσή της: υγρή, αέρια, στερεή φάση μιας ουσίας
✦ (αθλητ.) εικόνα, στιγμιότυπο
✦ επεισόδιο, γεγονός, κατάσταση, που προκαλεί το ενδιαφέρον: έγινε μια φάση χθες!
✦ δύσκολη περίοδος ή χρονική στιγμή: περνώ φάση

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.