σαλτάρω


σαλτάρω
Προφορά

Ετυμολογία
σαλτάρω └ιταλ┘saltare

Ερμηνεία
ρήμα σαλτάρω

✦ πηδώ
✦ (αργκό) στον αόρ. σαλτάρισα, άγγιξα τα όρια της απόγνωσης, τρελάθηκα, βρέθηκα σε κατάσταση συγχύσεως, ά. τα ‘χω παίξει

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.