πεφωτισμένος


πεφωτισμένος
Προφορά

Ετυμολογία
πεφωτισμένος μτχ. παθ. πρκμ. του φωτίζω

Ερμηνεία
πεφωτισμένος

✦ -η, -ο μτχ. ως επίθ. (Κ -η, -ον) φωτεινός, σοφός: υπό την πεφωτισμένην ηγεσίαν σας, κύριε πρόεδρε

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.