πέψη


πέψη
Προφορά

Ετυμολογία
πέψη αρχαία ελληνική πέψις

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η πέψη

✦ ο μετασχηματισμός των τροφών, στον πεπτικό σωλήνα, σε χρήσιμες για τον οργανισμό ουσίες, χώνεψη

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.