μαζώνω


μαζώνω
Προφορά

Ετυμολογία
μαζώνω μεσαιωνική ελληνική μαζώνω

Ερμηνεία
μαζώνω

✦ κ. μαζώχνω ρ. (μάζ-ωξα, -ώχτηκα, -ωμένος) μαζεύω: μαζώναμε χιβάδες, βγάζαμε από τα νερά φύκια (Κ. Παλαμάς)

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.