δερμοαντίδραση


δερμοαντίδραση
Προφορά

Ετυμολογία
δερμοαντίδραση δερμο- + αντίδραση

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η δερμοαντίδραση

(ιατρ.) φλεγμονώδης τοπική δερματική αντίδραση που προκαλείται από την εισαγωγή στο δέρμα αλλεργιογόνου ουσίας ή μικροβιακής τοξίνης για να εξακριβωθεί η αιτία της ευαισθητοποίησης κάποιου ή να διαγνωσθεί νόσος (π.χ. φυματίωση)

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.