αγκυλώνω


αγκυλώνω
Προφορά

Ετυμολογία
αγκυλώνω μεσαιωνική ελληνική ἀγκυλώνω

Ερμηνεία
ρήμα αγκυλώνω

✦ κάνω κάτι αγκύλο, κυρτώνω
✦ τρυπώ με αγκύλι ή με άλλο αιχμηρό αντικείμενο, κεντρίζω
(μτφ. ) πειράζω

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.