αγηροκόμητος


αγηροκόμητος
Προφορά

Ετυμολογία
αγηροκόμητος μεσαιωνική ελληνική ἀγηροκόμητος

Ερμηνεία
επίθετο┘ αγηροκόμητος -η, -ο

✦ αυτός που δεν γηροκομήθηκε, που δεν τον φρόντισαν στα γεράματά του

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.