αβαράρω


αβαράρω
Προφορά

Ετυμολογία
αβαράρω └ιταλ┘varare

Ερμηνεία
ρήμα αβαράρω
✦ απομακρύνω πλοίο από το αγκυροβόλιό του: φουχτώναν πάλι τα κουπιά κι αβαράριζαν να πλωρίσουν για το λιμάνι (Π. Πρεβελάκης)

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.