bar


bar
Προφορά

{bɑ:r}

(Ουσιαστικό)
● ράβδος
● μεταλλικό τεμάχιο
● λοστός
● σκυτάλη
● μανιβέλα
● μπάρα
● λάμα
● κώλυμα
● μοχλός
● δοκός καρένας πλοίου
● μπαρ
● ποτοπωλείο
● δικηγορικό σώμα

(Ρήμα)
● κωλύω
● αποθαρρύνω

Αγγλικά Ελληνικά — Μετάφραση

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.