αβασκαίνω


αβασκαίνω
Προφορά

Ετυμολογία
αβασκαίνω αρχαία ελληνική βασκαίνω

Ερμηνεία
ρήμα αβασκαίνω
✦ (βάσκ-ανα, -άθηκα, -αμένος) επηρεάζω άσχημα με το βλέμμα, ματιάζω

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.