αβελτίωτος


αβελτίωτος
Προφορά

Ετυμολογία
αβελτίωτος ἀ στερητικό + βελτιώνω

Ερμηνεία
επίθετο┘ αβελτίωτος -η, -ο
✦ αυτός που δεν έχει βελτιωθεί ή δεν μπορεί να βελτιωθεί: η κατάσταση της οικονομίας παραμένει αβελτίωτη

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.