φαντάρος


φαντάρος
Προφορά

Ετυμολογία
φαντάρος φανταρία (υποχωρ.)

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο φαντάρος

✦ ο στρατιώτης, ιδ. του πεζικού: δυο φαντάροι μέναν έξω απ’ τη στρατώνα (Μιχ. Στασινόπουλος)

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.