ρίψασπις


ρίψασπις
Προφορά

Ετυμολογία
ρίψασπις αρχαία ελληνική ῥίψασπις

Ερμηνεία
ρίψασπις

✦ -ιδος (ο, η) επίθ. αυτός που ρίχνει την ασπίδα σε ώρα μάχης
✦ λιποτάκτης, φυγόμαχος

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.