παρσιστής


παρσιστής
Προφορά

Ετυμολογία
παρσιστής παρσισμός

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο παρσιστής

✦ αυτός που πιστεύει στον παρσισμό (βλ. λ.) , οπαδός του παρσισμού

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.