οδωδώς


οδωδώς
Προφορά

Ετυμολογία
οδωδώς μτχ. πρκμ. του ρήματος ὄζω

Ερμηνεία
οδωδώς

✦ -υία, -ός (αρσεν. κ. ουδ. γεν. -ότος) που αποπνέει δυσοσμία, αποσυντεθειμένος: οδωδός πτώμα

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.