μαντιλοδεμένος


μαντιλοδεμένος
Προφορά

Ετυμολογία
μαντιλοδεμένος μαντίλι + δεμένος

Ερμηνεία
μαντιλοδεμένος

✦ -η, -ο μτχ. ως επίθ. που έχει το κεφάλι δεμένο με μαντίλι

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.