καλώ


καλώ
Προφορά

Ετυμολογία
καλώ αρχαία ελληνική καλῶ

Ερμηνεία
ρήμα καλώ -είς, -εί

✦ δίνω όνομα σε κάποιον, ονοματίζω
✦ προσκαλώ: πας με το καλό, και να σε καλώ, πίσω να μη γυρίσεις (Κ. Χατζόπουλος)
✦ διατάζω κάποιον να παρουσιαστεί σε δικαστήριο ως μάρτυρας ή ως κατηγορούμενος: τον κάλεσαν να παρουσιαστεί στον ανακριτή
✦ απαιτώ, αξιώνω: καλεί το λαό σε θυσίες
✦ (μέσ.) καλούμαι, προορίζομαι για κάτι
✦ είμαι υποχρεωμένος να κάνω κάτι: οι ευρείες λαϊκές μάζες καλούνται και υποχρεώνονται σε θυσίες (Οικονομικός Ταχυδρόμος)
✦ η μτχ. καλεσμένος, -η, -ο ως επίθ., (βλ. λ.)

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.