καθωσπρεπισμός


καθωσπρεπισμός
Προφορά

Ετυμολογία
καθωσπρεπισμός καθωσπρέπει

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο καθωσπρεπισμός

✦ ευγενική συμπεριφορά ή ευπρεπής εμφάνιση, ιδ. η υποκριτική

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.