ιχώρ


ιχώρ
Προφορά

Ετυμολογία
ιχώρ αρχαία ελληνική ἰχώρ

Ερμηνεία
ιχώρ

✦ (μυθολ.) ο αιθέριος χυμός στις φλέβες των αρχαίων ελληνικών θεών |(ιατρ.) δύσοσμο υγρό που παράγεται από τη σήψη ζωικών ιστών

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.