εύτηκτος


εύτηκτος
Προφορά

Ετυμολογία
εύτηκτος αρχαία ελληνική ε/õτηκτος

Ερμηνεία
επίθετο┘ εύτηκτος -η, -ο

✦ που εύκολα λιώνει: εύτηκτο μέταλλο

Συνώνυμα

Αντίθετα
δύστηκτος
Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.