
γαλουχώ
Προφορά
Ετυμολογία
γαλουχώ μεταγενέστερη ελληνική γαλουχῶ
Ερμηνεία
└ρήμα┘ γαλουχώ -είς, -εί
✦ (για μητέρες και τροφούς) τρέφω το βρέφος με το γάλα μου, θηλάζω
✦ (μτφ. ) παρέχω πνευματική τροφή, ανατρέφω, μορφώνω: απ’ τα νηπιακά τους χρόνια οι άνθρωποι είναι γαλουχημένοι με συνήθειες που γίνονται το μεδούλι της ύπαρξής τους (Άγγ. Βλάχος)
Συνώνυμα
–
Αντίθετα
–
Επιρρήματα
–