
γάμος
Προφορά
Ετυμολογία
γάμος αρχαία ελληνική γάμος
Ερμηνεία
ουσιαστικό
└αρσενικό┘ ο γάμος
✦ νόμιμη σύζευξη άντρα και γυναίκας: θρησκευτικός γάμος – πολιτικός γάμος
✦ η τελετή και η γιορτή που ακολουθεί αυτή τη σύζευξη: ο χωριάτικος γάμος είναι σωστό πανηγύρι
✦ λευκός γάμος, ο γάμος κατά τον οποίο οι σύζυγοι ποτέ δεν ήλθαν σε σαρκική επαφή
✦ αργυροί γάμοι, η εικοστή πέμπτη επέτειος του έγγαμου βίου δύο συζύγων – χρυσοί γάμοι, η πεντηκοστή επέτειος, αδαμάντινοι γάμοι, η εξηκοστή επέτειος
✦ μοργανατικός γάμος, βλ. λ. μοργανατικός
✦ (παροιμ.) πάρ’ τονε στο γάμο σου, να σου πει και του χρόνου, γι’ αυτούς που μιλούν ασυλλόγιστα και σε στιγμή που δεν πρέπει
Συνώνυμα
–
Αντίθετα
–
Επιρρήματα
–