αγάντζωτος


αγάντζωτος
Προφορά

Ετυμολογία
αγάντζωτος ἀ στερητικό + γαντζώνω

Ερμηνεία
επίθετο┘ αγάντζωτος -η, -ο

✦ που δεν έχει πιαστεί με γάντζο

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.