οικειοποιούμαι


οικειοποιούμαι
Προφορά

Ετυμολογία
οικειοποιούμαι μεταγενέστερη ελληνική οἰκειοποιέω -ῶ

Ερμηνεία
ρήμα οικειοποιούμαι -είσαι, -είται

✦ κάνω δικό μου κάτι που δεν μου ανήκει, ιδιοποιούμαι, σφετερίζομαι

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.