αναδασωτέος


αναδασωτέος
Προφορά

Ετυμολογία
αναδασωτέος αναδασώνω

Ερμηνεία
αναδασωτέος

✦ -έα, -έο επίθ. (Κ -έα, -έον) που πρέπει ή μπορεί να αναδασωθεί: έκταση αναδασωτέα

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.