τσιφούτισσα


τσιφούτισσα
Προφορά

Ετυμολογία
τσιφούτισσα └τουρκ┘cιfιt (= Εβραίος)

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο τσιφούτισσα

✦ θηλ. τσιφούτα κ. τσιφούτισσα ο Εβραίος
(μτφ. ) φιλάργυρος

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.