συμμαζεμένος


συμμαζεμένος
Προφορά

Ετυμολογία
συμμαζεμένος μτχ. παθ. πρκμ. του ρήματος συμμαζεύω

Ερμηνεία
συμμαζεμένος

✦ -η, -ο μτχ. ως επίθ. συνεσταλμένος, ο μη εκδηλωτικός: καλό παιδί και συμμαζεμένο

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.