στρύχνος


στρύχνος
Προφορά

Ετυμολογία
στρύχνος μεταγενέστερη ελληνική στρύχνος

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο στρύχνος

✦ είδος φυτού, από το οποίο παίρνεται το δηλητήριο της στρυχνίνης, βρομόχορτο, στύφνο

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.