στηθικός


στηθικός
Προφορά

Ετυμολογία
στηθικός στήθος

Ερμηνεία
επίθετο┘ στηθικός -ή, -ό

✦ ο σχετικός με το στήθος, που βρίσκεται στο στήθος: στηθικό νόσημα
✦ (για πρόσ.) ο άρρωστος από πνευμονική φυματίωση

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.