σπιτώνω


σπιτώνω
Προφορά

Ετυμολογία
σπιτώνω σπίτι

Ερμηνεία
ρήμα σπιτώνω

✦ εγκαθιστώ κάποιον σε σπίτι, στεγάζω
✦ εγκαθιστώ γυναίκα σε σπίτι και ζω μαζί της χωρίς νόμιμο γάμο: φρ. την έχει σπιτωμένη

Συνώνυμα

Αντίθετα
ξεσπιτώνω
Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.