πολυβραβευμένος


πολυβραβευμένος
Προφορά

Ετυμολογία
πολυβραβευμένος πολύς + βραβεύω

Ερμηνεία
πολυβραβευμένος

✦ -η, -ο μτχ. ως επίθ. ο τιμημένος με πολλά βραβεία: πολυβραβευμένος σκηνοθέτης – πολυβραβευμένη ταινία

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.