ουρανίσκος


ουρανίσκος
Προφορά

Ετυμολογία
ουρανίσκος μεταγενέστερη ελληνική οὐρανίσκος, υποκοριστικό του οὐρανός

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο ουρανίσκος

✦ το άνω τοίχωμα της στοματικής κοιλότητας

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.