ουραιμία


ουραιμία
Προφορά

Ετυμολογία
ουραιμία ούρον + αίμα

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η ουραιμία

(ιατρ.) δηλητηρίαση του αίματος από τις τοξικές ουσίες των ούρων

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.