ουραίο


ουραίο
Προφορά

Ετυμολογία
ουραίο └ουδ┘ του επιθέτου ουραίος (βλ.λ.)

Ερμηνεία
ουσιαστικό
ουδέτερο το ουραίο

✦ μέρος του κλείστρου των οπισθογεμών όπλων

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.