οτρηρός


οτρηρός
Προφορά

Ετυμολογία
οτρηρός αρχαία ελληνική ὀτρηρός

Ερμηνεία
οτρηρός

✦ -ά, -όν επίθ. δραστήριος, εργατικός

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα
οτρηρώς

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.