οτοστόπ


οτοστόπ
Προφορά

Ετυμολογία
οτοστόπ └γαλλ┘ auto-stop

Ερμηνεία
ουσιαστικό
άκλιτο┘ το οτοστόπ

✦ η ενέργεια πεζοπόρου κατά την οποία σταματά διερχόμενο όχημα για να ζητήσει από τον οδηγό τη δωρεάν μεταφορά του

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.