οσμιδρωσία


οσμιδρωσία
Προφορά

Ετυμολογία
οσμιδρωσία οσμή + ιδρώς, -ώτος

Ερμηνεία
οσμιδρωσία

(ιατρ.) η έκκριση άφθονου, δύσοσμου ιδρώτα

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.