ορύττω


ορύττω
Προφορά

Ετυμολογία
ορύττω αρχαία ελληνική ὀρύσσω

Ερμηνεία
ορύττω

✦ κ. ορύττω ρ. (όρ-υξα, -ύχτηκα, -υγμένος) ανοίγω κοίλωμα στη γη με σκάψιμο

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.