ορφνώ


ορφνώ
Προφορά

Ετυμολογία
ορφνώ ορφνός

Ερμηνεία
ορφνώ

✦ κ. ορφνώ, -οίς, -οί ρ. κάνω κάτι σκούρο, σκουραίνω
✦ (ειδ.) επιχρίω μεταλλική επιφάνεια με σκόνη από ορείχαλκο για να αποβάλει τη στιλπνότητά της

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.