οπτιμίστρια


οπτιμίστρια
Προφορά

Ετυμολογία
οπτιμίστρια └γαλλ┘ optimiste

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο οπτιμίστρια

✦ θηλ. οπτιμίστρια οπαδός του οπτιμισμού, αισιόδοξος

Συνώνυμα

Αντίθετα
πεσιμιστής
Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.