
οπ αρτ
Προφορά
Ετυμολογία
οπ αρτ └αγγλ┘op(tical) art (= οπτική τέχνη)
Ερμηνεία
οπ αρτ
✦ άκλ. ουσ. αφηρημένη τέχνη των μέσων του 20ού αι., που χαρακτηρίζεται από τη χρήση ευθειών ή καμπύλων γραμμών και γεωμετρικών σχημάτων για τη δημιουργία απατηλών εντυπώσεων (π.χ. της κίνησης)
Συνώνυμα
–
Αντίθετα
–
Επιρρήματα
–