οξεία


οξεία
Προφορά

Ετυμολογία
οξεία αρχαία ελληνική ὀξεῖα └θηλ┘ του ὀξύς

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η οξεία

✦ το σημάδι (΄), στο γραπτό λόγο, που δηλώνει τη συλλαβή στην οποία τονίζεται η λέξη

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.