ονυχοφόρος


ονυχοφόρος
Προφορά

Ετυμολογία
ονυχοφόρος μεταγενέστερη ελληνική ὀνυχοφόρος

Ερμηνεία
επίθετο┘ ονυχοφόρος -α, -ο

✦ που φέρει, που έχει όνυχες

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.