ολοκληρία


ολοκληρία
Προφορά

Ετυμολογία
ολοκληρία μεταγενέστερη ελληνική ὁλοκληρία

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η ολοκληρία

✦ εύχρ. στη φρ. καθ’ ολοκληρίαν, εντελώς, εξ ολοκλήρου

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.